Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ

Καθημερινά καλούμαστε να δώσουμε και να περάσουμε, βέβαια, εξετάσεις. Εξετάσεις στο χώρο εργασίας, εξετάσεις στην οικογένεια, εξετάσεις στο φιλικό και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, εξετάσεις, εξετάσεις, εξετάσεις… Πάντα όμως, ιδιαίτερα ανάμεσα στα νέα παιδιά που ολοκληρώνουν τις σπουδές τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μεγάλη σημασία έχουν οι Πανελλήνιες Εξετάσεις. Φυσικό κι επόμενο άλλωστε, καθώς για κάθε άνθρωπο τα δικά του τα προβλήματα είναι τα πιο σημαντικά. Αδυνατούμε, δηλαδή, να εντάξουμε τα ζητήματα που μας αφορούν σε ένα γενικότερο πλαίσιο, να τα δούμε σαν ένα από τα κομμάτια ενός παζλ. Όμως, τελικά, είναι τόσο σημαντικό το ζήτημα των Πανελλήνιων Εξετάσεων; Ας το προσεγγίσουμε αναλυτικότερα.
Το υπάρχον εξεταστικό σύστημα πλέον θεωρείται – και είναι – τελειωμένο. «Δεν υπάρχει», όπως θα έλεγαν οι νεαροί μας φίλοι, με την έννοια, βέβαια όχι του απίστευτου, υπέροχου κλπ., αλλά με την έννοια ότι δεν πρέπει να υπάρχει. Από την άλλη το συγκεκριμένο σύστημα διατήρησε και διατηρεί ένα από τα τελευταία προπύργια της αντικειμενικότητας. Το λεγόμενο «αδιάβλητο» των εξετάσεων λίγες φορές έχει κατηγορηθεί∙ και σε μια κοινωνία όπου η αναξιοκρατία είναι θεσμός δεν αποτελεί κίνδυνο η διατήρηση ενός αξιοκρατικού θεσμού.
Τώρα, όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Πλέον η επιθυμία του νέου πληθυσμού – και των γονιών αυτού – για μόρφωση ωθεί στη συμμετοχή περίπου 100.000 νέους στις εξετάσεις αυτές. Και η πολιτεία, «αντιλαμβανόμενη» τις απαιτήσεις των καιρών απαιτεί από τους πανεπιστημιακούς να «διδάξουν» στα ¾ του αριθμού των υποψηφίων. Εδώ, ακριβώς, βρίσκεται και η ταφόπετρα των πανελληνίων. Όταν θεσπίστηκαν, εισάγονταν στα πανεπιστήμια και ΤΕΙ περίπου 1/3. Όλοι γνώριζαν ότι, για να εισαχθούν, απαιτούνταν εντατική εργασία. Σήμερα, επομένως, αυτό το απαιτητικό και εξουθενωτικό σύστημα, το οποίο δεν επέτρεπε την είσοδο στα πανεπιστήμια στον αδιάφορο μαθητή, δεν έχει αξία.
Οι πανεπιστημιακοί από την άλλη κάθε χρόνο παρακαλούν για τη μείωση του αριθμού των εισακτέων. Προτείνουν μάλιστα εξεταστικά συστήματα μέσω των οποίων θα επιλέγουν οι ίδιοι όχι μόνο τον αριθμό, αλλά και το ποιόν των εισακτέων. Το υπουργείο αντίθετα, τους υποχρηματοδοτεί, τους «προσφέρει» διπλάσιο αριθμό εισακτέων και, φυσικά, δεν τους επιτρέπει τη διαλογή. Όλα αυτά, όμως, μέχρι πρότινος.
Ήδη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ακούγονται πολλές προτάσεις. Άλλοι καλούνται προσέρχονται, άλλοι καλούνται και δεν προσέρχονται, άλλοι δεν καλούνται καθόλου. Οι τελευταίοι ανήκουν στο χώρο της – και από χείλη υπουργών ειπωμένης – «παραπαιδείας». Ουσιαστικά, βέβαια, χωρίς αυτήν ελάχιστοι θα ήταν οι εισακτέοι ή οι βάσεις θα μπορούσαν εύκολα να παρομοιαστούν με πανεπιστημιακούς βαθμούς. Άλλο όμως θέμα αυτό.
Το κατά το γράφοντα αποδοτικότερο σε όλες τις περιπτώσεις σύστημα είναι παρόμοιο με αυτό που κατά καιρούς έχει προτείνει και ο Γ. Μπαμπινιώτης. Από τη μία να λαμβάνεται υπόψη ο βαθμός και των τριών τάξεων του λυκείου – με περιφερειακές εξετάσεις – και, κατόπιν, να διενεργούνται και εξετάσεις σε πανελλήνιο επίπεδο. Και οι δύο βαθμοί να έχουν ίση βαρύτητα για τον τελικό υπολογισμό των μορίων. Στα θέματα και στην επιλογή των εισακτέων εποικοδομητική θα ήταν η συμμετοχή των πανεπιστημιακών. Όμως σε καμία περίπτωση να μην επιτραπεί στα πανεπιστήμια είτε να επιλέγουν αυτά αποκλειστικά τα θέματα είτε να εμπλακούν στη διόρθωση. Άλλωστε ούτε τις υποδομές διαθέτουν ούτε διασφαλίζεται με κανένα τρόπο το αδιάβλητο των εξετάσεων.
Και κάτι τελευταίο για την περίφημη βάση του 10. Θεωρώ ότι έχουν δίκιο οι πανεπιστημιακοί που αγωνιούν για τη διατήρησή της. Ίσως μάλιστα να είναι και μικρή, καθώς, όπως οι ίδιοι δηλώνουν, η έλλειψη κριτικής σκέψης των πρωτοετών είναι περισσότερο από φανερή. Δύσκολα, όμως, αυτή θα καλλιεργηθεί, αφού εμείς διδάσκουμε στα παιδιά μας τη βαθμοθηρία και τη χρησιμοθηρία. Και δεν εννοώ, βέβαια, ότι αυτό οφείλεται μόνο στους διδάσκοντες, αλλά στις γενικότερες προσλαμβάνουσες των νέων. Χαρακτηριστικά αναφέρω τα πρότυπα των διαφημίσεων, την ανασφάλεια των οικογενειών για το μέλλον των παιδιών τους, αλλά και τους φόβους των ίδιων των νέων για το μέλλον τους με βάση την – σε λιμνάζοντα νερά – κατάσταση της κοινωνίας μας.
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η δομή της ελληνικής κοινωνίας αποτελεί τροχοπέδη στην όποια βελτίωση του συστήματος εισαγωγής και, γενικότερα, του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι περίεργο από τη μία να απαιτούμε από τους μαθητές να αφιερώνουν τον περισσότερο από το χρόνο τους στο διάβασμα με σκοπό την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια και, από την άλλη, να τους υπενθυμίζουμε ότι στα πλαίσια της κοινωνίας μας τα πτυχία είτε θα τους φανούν άχρηστα είτε θα τους επιτρέψουν – στην καλύτερη των περιπτώσεων – να ανήκουν στη γενιά των 700, 500 κλπ. ευρώ. Όταν, μάλιστα, η κάθετη κοινωνική κινητικότητα είναι ανύπαρκτη, τους λέμε κατά βάση ότι με την πιο αισιόδοξη πρόβλεψη θα ανήκετε στην ίδια κατηγορία με τους γονείς σας. Είναι φανερό, επομένως, ότι δε δικαιούμαστε ως μεγαλύτεροι να έχουμε απαιτήσεις από τη νέα γενιά, όταν η δικιά μας η γενιά δεν έχει να προσφέρει κάτι καλύτερο από αυτό που παρέλαβε, αλλά κάτι χειρότερο.