Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

ΞΑΝΘΗ, ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

ΞΑΝΘΗ (1922 –1930)

Πληθυσμός

Οι προσπάθειες για ανάπτυξη της περιοχής ανακόπηκαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν κύματα προσφύγων κατέκλυσαν την επαρχία. Οι πίνακες και τα στατιστικά στοιχεία, που ακολουθούν, έχουν ως σκοπό να καταδείξουν το μέγεθος του προσφυγικού ζητήματος συγκεκριμένα για την επαρχία της Ξάνθης και την ομώνυμη πόλη.
Έτσι σύμφωνα με την απογραφή του 1928 η επαρχία Ξάνθης είχε πληθυσμό περίπου 90000 χωρίς ωστόσο να θεωρείται απαραίτητος ο χωρισμός της από τη νομαρχία Ροδόπης δυσκολεύοντας σε διοικητικό και γραφειοκρατικό επίπεδο την αποκατάσταση των προσφύγων. Επίσης η πόλη της Ξάνθης με την προσθήκη των προσφύγων μετατράπηκε ήδη από το 1923 από κοινότητα σε δήμο[1]:

Πίνακας 1 Δείγματα πληθυσμού (ανδρών και γυναικών) και γενικό σύνολο της Υποδιοίκησης Ξάνθης

Κάτοικοι
Δήμοι, κοινότητες (δειγματολειπτικά)
Άρρενες
Θήλεις
Σύνολον
Ξάνθη
17254
16458
33712
Χρύσα
1081
1119
2200
Άβδηρα
510
470
980
Γενησαία
940
855
1795
Εχίνος
1004
886
1890
Σταυρούπολη
859
777
1636
Τοξόται
485
395
880
Γενικό Σύνολο επαρχίας Ξάνθης (άθροισμα κατοίκων ολόκληρης της επαρχίας)
46371
43603
89974

Σύμφωνα με τον παραπάνω πίνακα της απογραφής του 1928 η Ξάνθη είχε μετατραπεί από μία ήσσονος σημασίας πόλη – όπως ήταν κατά τη δεκαετία του 1910 [2] – σε μία πόλη με πληθυσμό που άγγιζε τις 35.000 κατοίκους, όσους δηλαδή είχε περίπου κα κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα. Ως εκ τούτου, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι υποδομές της πόλης, αλλά και γενικότερα της επαρχίας δεν επαρκούσαν για να στεγάσουν και να συντηρήσουν τους πρόσφυγες που κατέφθασαν στην περιοχή.
Στον παραπάνω αριθμό οι πρόσφυγες υπολογίζονται στους 17553, εκ των οποίων 8367 ήταν άντρες και 9386 γυναίκες. Ο αριθμός των ανδρών είναι μικρότερος καθώς είτε είχαν συλληφθεί και οδηγηθεί στα τάγματα εργασίας στα βάθη της Τουρκίας είτε υπηρετούσαν στις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Έτσι οι γυναίκες ήταν αναγκασμένες – όπως συνέβαινε σύμφωνα με την ίδια επίσημη στατιστική και σε άλλες περιοχές, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες – να συντηρούν από μόνες τους τις οικογένειές τους[3]:

Πίνακας 2 Πρόσφυγες κατά φύλο στην Ξάνθη και στις μεγάλες κοινότητες
Δήμοι, κοινότητες (δειγματοληπτικά)
Πρόσφυγες κατά φύλο

Άρρενες
Θήλεις
Σύνολο
Ξάνθη
3672
4670
8342
Άβδηρα
112
108
220
Γενησαία
329
333
662
Χρύσα
176
194
370

Σύμφωνα με άλλη επίσημη στατιστική της Γενικής Διοίκησης Θράκης που δημοσιεύτηκε επίσης το 1923 οι πρόσφυγες, που καταμετρήθηκαν στην επαρχία Ξάνθης ήταν περίπου 14339 [4]:

Πίνακας 3 Γηγενής πληθυσμός και πρόσφυγες στην Ξάνθης
Πόλις ή χωρίον (δειγματοληπτικά)
Γηγενής Πληθυσμός
Πρόσφυγες
Σύνολο
Ξάνθη
16584
8832
25416
Άβδηρα
574
235
809
Γεννισέα
772
664
1436

Στον ανακεφαλαιωτικό όμως πίνακα της ίδιας στατιστικής ο αριθμός των προσφύγων, που εγκαταστάθηκαν στην Ξάνθη, ήταν 18613, και σύμφωνα με τον Πέτρο Γεωργαντζή ο αριθμός ξεπερνά τις 27000, λόγω της απουσίας από την καταμέτρηση των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή κατά μήκος του ποταμού Νέστου[5].
Συγκεντρωτικά και σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα ο αριθμός των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Επαρχία της Ξάνθης ποικίλει από 11.278 – σύμφωνα με τον Παπαδόπουλο[6] – έως 27.148 – σύμφωνα με τον Γεωργαντζή. Επίσης, αν ληφθεί υπόψη ότι ο αριθμός των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στην Θράκη σύμφωνα με τον Eddy[7] και τον Πάλλη έφτανε τις 107.000, τότε σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή των προσφύγων του 1923 οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην επαρχία της Ξάνθης, της Κομοτηνής και του Έβρου είναι αντίστοιχα 17.753, 32.436 και 56.811. Ο νομός Έβρου λογικά ως ο μεγαλύτερος σε έκταση νομός δέχτηκε και τους περισσότερους πρόσφυγες, ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι πέρα από τόπο εγκατάστασης αποτέλεσε και πέρασμα για χιλιάδες πρόσφυγες. Όσον αφορά δε στο νομό Ροδόπης, που συμπεριελάμβανε τις επαρχίες Κομοτηνής και Ξάνθης, παρ’ όλο που επίσης η επαρχία της Κομοτηνής είναι μεγαλύτερη σε έκταση από την επαρχία της Ξάνθης ο σχεδόν διπλάσιος αριθμός προσφύγων δε δικαιολογείται. Η εξαίρεση της παρανέστιας – κατά μήκος των όχθων του Νέστου – περιοχής, όπως αναφέρει και ο Πέτρος Γεωργαντζής, ίσως να αποτελεί το σημαντικό στοιχείο-κλειδί για την ανεύρεση του αριθμού των προσφύγων στην Επαρχία της Ξάνθης, καθώς η Ξάνθη δέχτηκε πρόσφυγες που αποβιβάστηκαν και στο λιμάνι της Καβάλας, για τους οποίους τελικός τόπος εγκατάστασης είχε οριστεί ο νομός Καβάλας, μετά όμως από περιπλανήσεις εγκαταστάθηκαν στα σύνορα των σημερινών νομών Ξάνθης και Καβάλας από την πλευρά της Ξάνθης. Διαπιστώσεις και όχι στοιχεία για τον παραπάνω ισχυρισμό υπάρχουν στο φάκελο Θράκη (αρ. 50) του Αρχείου Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, όπου και διαπιστώνεται ο κοινός τόπος προέλευσης των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στις δύο όχθες του Νέστου και ο κοινός τόπος αποβίβασης, που ήταν το λιμάνι της Καβάλας. Τέλος, χωρίς να υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τις μεταναστευτικές κινήσεις των κατοίκων της Επαρχίας της Ξάνθης, θεωρείται – με βάση τους αριθμούς που θέλουν τους πρόσφυγες λιγότερους από 15.000 – σχεδόν αδύνατο λίγο πριν την κατοχή της επαρχίας της Ξάνθης από τους Βουλγάρους (1941) το 47,6% των κατοίκων του Γιακά (κάμπου) της Ξάνθης να καταγράφηκε ως προσφυγικός. Από αυτόν το 28,9% δήλωσε ως τόπο προέλευσης την Ανατολική Θράκη, το 10,5% τη Μ. Ασία – κυρίως από τις περιοχές Προύσας και Αϊδινίου – και το 4,1% τον Πόντο[8].
Ανάλογα στοιχεία για την προέλευση ακολουθούν και στον παρακάτω πίνακα[9]:

Πίνακας 4 Προέλευση προσφύγων, αριθμός οικογενειών και ατόμων
Προέλευση
Οικογένειες
Άτομα
Θράκη
1529
6241
Μ. Ασία
723
2938
Πόντος
393
1683
Καύκασος
32
137
Βουλγαρία
58
268
Διάφορη
3
11
Σύνολο
2733
11278

Γενικά ο τόπος καταγωγής και προέλευσης των περισσότερων προσφύγων ήταν η Ανατολική Θράκη, απ’ όπου ως επί το πλείστον οδοιπορώντας έφτασαν στην Ξάνθη. Οι υπόλοιποι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, αφού είχαν αρχικά μεταφερθεί με πλοία στην Καβάλα, στην Αλεξανδρούπολη είτε ακόμα και στη Θεσσαλονίκη.
Οι πρόσφυγες όμως από τη Βουλγαρία, αν και ο αριθμός των ατόμων που εγκαταστάθηκαν στην Ξάνθη δεν ήταν μεγάλος, βρίσκονταν σε ακόμη πιο δυσχερή θέση από τους υπόλοιπους, διότι οι περιουσίες των ανταλλάξιμων πληθυσμών είχαν ήδη δοθεί στους πρόσφυγες από την Ανατ. Θράκη και τη Μ. Ασία[10]:

Την στιγμήν κατά την οποίαν η Ελληνική κοινωνία επίστευεν ότι η αποκατάστασις των προσφύγων είχεν εισέλθει εις τον κανονικόν της δρόμον…νέος αριθμός προσφύγων, τελείως απροσδοκήτως παρουσιάσθη εντός του Ελληνικού εδάφους γυμνός και αυτός και νηστικός, ευρισκόμενος εις τραγικωτέραν μοίραν των παλαιότερων αδερφών του.
Πρόκειται περί των εκ Βουλγαρίας Ελλήνων.
…Γίνεται καταφανές πόση μεγάλη είνε η υποχρέωσις και ηθική και νομική και ουσιαστική της Κυβερνήσεως η οποία οφείλει να εξεύρη τα μέσα όπως περιθάλψη τους δυστυχείς αυτούς οι οποίοι ούτε τα κτήματα των ανταλλαξίμων Βουλγάρων ημπορούν να καταλάβουν, διότι ταύτα προ πολλού κατελήφθησαν από τους παλαιοτέρους αδελφούς των της Μ. Ασίας και Θράκης. Οφείλω να ομολογήσω ότι η Κυβέρνησις έχει όλην την καλήν διάθεσιν και προσπαθεί ν’ ανακουφίση. Και η Ελληνική Κοινωνία αν και εκουράσθη εντείνει τας δυνάμεις της, αλλά το κακό είνε μεγάλο και η δυστυχία φοβερή.
Δεκέμβριος 1925.

Ειδικότερα στο θέμα του αριθμού όλων των προσφύγων για την πόλη της Ξάνθης και σύμφωνα με τον διευθυντή της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, Charles Eddy, οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν από την Ε.Α.Π. δεν ξεπερνούσαν τους 5000 ανθρώπους[11], ωστόσο ο αριθμός τους ήταν μάλλον μεγαλύτερος καθώς σύμφωνα και με τον κατά καιρούς υπουργό Απόστολο Δοξιάδη[12] μόνο οι οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Ξάνθης από την ΕΑΠ και κατάγονταν μόνο από την Ανατολική Θράκη ήταν περισσότερες από 1500[13]. Δηλαδή αν ληφθεί υπόψη ότι μια οικογένεια αποτελούνταν τουλάχιστον από 5 άτομα, ο αριθμός αυτός έφτανε τους 7500 πρόσφυγες. Συνολικά η πόλη της Ξάνθης είδε τον πληθυσμό της ν’ αυξάνεται περισσότερο από 50% στα χρόνια 1922-1923, ενώ σύμφωνα με την επίσημη στατιστική του 1928 ο πληθυσμός της σε σχέση με το 1922 είχε υπερδιπλασιαστεί (33712 κάτοικοι).
Εκτός από τους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη αλλά και στην επαρχία Ξάνθης, στην περιοχή εισέρευσε πληθυσμός και από την υπόλοιπη Ελλάδα, πιθανότατα, για επαγγελματικούς λόγους. Ο πληθυσμός της πόλης της Ξάνθης το 1929, ήταν 35.000 κάτοικοι, ενώ το 1922 ήταν μόλις 16000 κάτοικοι. Εν τέλει ρεαλιστικότερη φαίνεται να είναι η πρόταση του Πέτρου Γεωργαντζή που αριθμεί τους πρόσφυγες της Επαρχίας της Ξάνθης στις 27.148, ενώ δε θα ήταν εξίσου παράξενο αν ο αριθμός τους ήταν ακόμη μεγαλύτερος και να άγγιζε τις 30.000. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίες οι αναφορές στις συνεδριάσεις της Εφοροδημογεροντίας για την τεράστια αύξηση του πληθυσμού, που είχε ως συνέπεια την κατάληψη όλων των σχολικών κτιρίων για τις ανάγκες στέγασης του προσφυγικού πληθυσμού[14]:

Συνεδρίαση Εφορείας, 10 Φεβρουαρίου 1923. Ύστερα από έγγραφο του Δημάρχου Ξάνθης, ο οποίος επειγόντως ζητεί διάφορες πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των Εκπαιδευτηρίων, αποφασίζεται να δηλωθεί ότι ότι η Εφορεία των Σχολών κανένα κατάλληλο οίκημα δεν έχει ούτε είναι σε θέση να υποδείξει μετά την συσ­σώρευση τόσου πληθυσμού στην Ξάνθη, για χρησιμοποίηση ή επισκευή ή για τις εκπαιδευτικές ανάγκες.

[1] Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας (Γενική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος), Πληθυσμός της Ελλάδος (κατά την απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928), Αθήναι, Εθνικό Τυπογραφείο, 1935, σσ. 306 – 310.
[2] Κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής (1913-1919) ο πληθυσμός πιθανότατα δεν ξεπερνούσε τους 10.000 κατοίκους, ενώ το 1922 – πριν από την εισροή των προσφύγων σύμφωνα με τη δημοσίευση του Ιωαννίδη Στ., Το Στίγμα μια εποχής, Ξάνθη, Θρακικά Χρονικά, τχ. 34, 1978, σ. 37 ο πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τους 16.000 κατοίκους.
[3] Υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως (τμήμα στατιστικής), Απογραφή (ενεργηθείσα κατ’ Απρίλιον 1923) Προσφύγων, Αθήναι, Εθνικό Τυπογραφείο, 1923, σσ. 43 – 44.
[4] Γεωργαντζής Π.Α., Προξενικά αρχεία Θράκης, τ. Α΄, Ξάνθη, Στέγη Γραμμάτων και Καλών Τεχνών Δήμου Ξάνθης, 1998, σ. 441
[5] Γεωργαντζής, ό.π., σ. 452.
[6] Παπαδόπουλος Ν., Η εγκατάστασις των προσφύγων, Θρακική Στοά, Λεύκωμα Μακεδονίας – Θράκης, Κομοτινή, 1931, σ. 166.
[7] Eddy Ch. B., Greece and the Greek refugees, London, George Allen & Unwin Ltd, 1931, σ. 107, ο οποίος μεταξύ άλλων σημείωνε ότι οι πρόσφυγες οι εγκατεστημένοι από την Ε.Α.Π. στην πόλη της Ξάνθης ήταν 4.820.
[8] Αλτσιτζόγλου Φ., Οι γιακάδες και ο κάμπος της Ξάνθης, Αθήνα, [χ.ο.], 1941, σσ. 47-48.
[9] Παπαδόπουλος Ν., Η εγκατάστασις των προσφύγων, Κομοτινή, Θρακική Στοά, 1931, σ. 166.
[10] Δοξιάδης Α., Οι εκ Βουλγαρίας πρόσφυγες, Αθήναι, Ετήσιον προσφυγικόν ημερολόγιον, (εκδ.) Λαμπρόπουλος, τμ. 1, 1926, σσ. 64-65.
[11] Eddy, ό.π., σ. 107.
[12] Ο Απόστολος Δοξιάδης (1874-1942) καταγόταν από τη Στενήμαχο, ήταν στο επάγγελμα γιατρός – παιδίατρος και στενός συνεργάτης του Βενιζέλου. Διετέλεσε υπουργός Περιθάλψεως (1922) στις κυβερνήσεις των Χαραλάμπη, Κροκιδά και Γονατά και υπουργός Περιθάλψεως, Προνοίας και Αντιλήψεως (1922-24) στις κυβερνήσεις των Γονατά, Βενιζέλου και Καφαντάρη. Τέλος διετέλεσε υφυπουργός Υγιεινής (1928-29) στην κυβέρνηση Βενιζέλου.
[13] Δοξιάδης Απ., Απελευθέρωσις-υποδούλωσις Θράκης. Μετανάστευσις και εγκατάστασις θρακική (1920-1927), Ξάνθη, Θρακικά, τχ. 1, 1928, σ. 68.
[14] Ιωαννίδης Στ., Η Ελληνική Δημογεροντία και τα Εκπαιδευτήρια Ξάνθης κατά τα πρώτα χρόνια του ελεύθερου βίου της πόλης (1920-1926), Θρακικά Χρονικά, τχ. 42, 1987-1988, σ. 109 και του ιδίου Τα σχολεία και το προσφυγικό, μέριμνα της Δημογεροντίας μετά την απελευθέρωση, Θρακικά Χρονικά, τχ. 46, Ξάνθη, 1992, σ. 64. Όπως αναφέρει ο Ιωαννίδης «η ευθύνη λειτουργίας των σχολείων και γενικά της εκπαίδευσης, ανατέθηκε στις Εφορείες των Σχολείων, που εξακολούθησαν να λειτουργούν και μετά την εγκαθίδρυση της Διασυμμαχικής Κατοχής, όπως και η Δημογεροντία. Πολύ συχνά, τα δύο αυτά «Σωματεία», όπως χαρακτηρίζονταν και πριν και μετά, συνεδρίαζαν ως ενιαίο, με τον τίτλο Εφοροδημογεροντία». Ο θεσμός – απομεινάρι της Οθωμανικής περιόδου – διατηρήθηκε μέχρι το φθινόπωρο του 1926.

Δεν υπάρχουν σχόλια: