Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

ΞΑΝΘΗ 1912-1922

ΞΑΝΘΗ

Η δεκαετία της προσφυγιάς (1912 – 1922)

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την τελική παραχώρηση της Δ. Θράκης στους Βούλγαρους οι περισσότεροι κάτοικοι μετέβησαν δυτικά, στις πρόσφατα απελευθερωμένες περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας. Πέρα από τις στατιστικές μελέτες – κυρίως του Αλέξανδρου Πάλλη[1] – της εποχής για την περιοχή της Θράκης ανάλογη μαρτυρία κατέγραφε και ο Στίλπων Κυριακίδης[2]:

Τούρκος ανταποκριτής της Illustration, Γιουσούφ Μπέης…γράφει στις 4/10/1913 περί της Ξάνθης: «Αν και η προσωρινή κυβέρνηση επανέφερε την ασφάλειαν εν Ξάνθη, …οι Έλληνες έμποροι, οίτινες έχουσι μεταναστεύσει αθρόοι ήδη από της αναχωρήσεως των ελληνικών στρατευμάτων δεν τολμώσιν ακόμη να επιστρέψουν. Εύρον 95% τα καταστήματα κλειστά…

Η κατάσταση αυτή διήρκεσε μέχρι το 1919 (3-4 Οκτωβρίου 1919), όταν τα συμμαχικά στρατεύματα, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής δύναμης, κατέλαβαν την περιοχή της Ξάνθης και λίγο αργότερα (Μάιος 1920) και την υπόλοιπη Δ. Θράκη.
Ως προς τον τρόπο της καταλήψεως αποφασίσθηκε η μεν υποδιοίκηση της Ξάνθης να καταληφθεί από τον ελληνικό στρατό, ενώ το υπόλοιπο τμήμα από τα άλλα συμμαχικά στρατεύματα, ολόκληρη δε η περιοχή να αποτελέσει ενιαίο διοικητικό σύνολο. Η εκτέλεση των αποφάσεων αυτών ανατέθηκε στον αρχηγό των συμμαχικών δυνάμεων της περιοχής Γάλλο στρατηγό, Φρανσαί ντΕσπεραί. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1919 η βουλγαρική κυβέρνηση ειδοποιήθηκε μέσω του Αρχηγού των συμμαχικών δυνάμεων κατοχής της Βουλγαρίας να εκκενώσει την Δυτ. Θράκη από τον στρατό, τους διοικητικούς υπαλλήλους και την χωροφυλακή. Η Βουλγαρία δεν αντέδρασε και μέσα σε τέσσερις μέρες απομακρύνθηκε διαδοχικά από δυτικά προς τα ανατολικά από ολόκληρη την περιοχή, η οποία καταλήφθηκε ταυτόχρονα από τα συμμαχικά στρατεύματα.
Η εκκένωση της μεν περιφέρειας Ξάνθης άρχισε στις 2 Οκτωβρίου 1919 και περατώθηκε την επομένη οπότε και καταλήφθηκε χωρίς τη χρήση βίας έναντι των αλλόθρησκων ή αλλοεθνών πληθυσμών, όπως αξίωνε από το Παρίσι ο πρωθυ­πουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Η ένατη Ελληνική Μεραρχία με διοικητή τον υπο­στράτηγο Ι. Λεοναρδόπουλο ξεκίνησε από το Παρανέστι (νομός Δράμας) όπου βρισκόταν και οδοιπορώ­ντας μέσω της σημερινής Εθνικής Οδού Σταυρουπόλεως – Ξάνθης μπήκε στην Ξάνθη από τα βόρεια στις 4 Οκτωβρίου του 1919, ενώ η υπόλοιπη νότια δυτική Θράκη από το Πόρτο-Λάγο μέχρι το Καραγάτς καταλήφθηκε λίγες μέρες αργότερα από τρία γαλλικά συντάγ­ματα, ένα ιταλικό λόχο και μία βρετανική διμοιρία. Η διασυμμαχική διοίκηση στην κατει­λημμένη Θράκη ανατέθηκε στον αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων της Ανατολής Φρανσαί ντΕσπεραί[3].
Ο Χαρίσιος Βαμβακάς ως Έλληνας αντιπρόσωπος στη Διασυμμαχική Επιτροπή, που είχε υπό τον έλεγχό της ολόκληρη τη Θράκη, συνέβαλε στην παλιννόστηση χιλιάδων οικογενειών. Έτσι αμέσως μετά την κατάληψή της Θράκης (Ανατολικής και Δυτικής) επέστρεψαν στις εστίες τους 31100 χριστιανικές οικογένειες, συνολικά περίπου 130000 άτομα[4].
Στην πόλη της Ξάνθης μία από τις πρώτες ενέργειες των τοπικών αρχόντων – ο πατριαρχικός επίτροπος, Πανάρετος, οι αντιπρόεδροι της Δημογεροντίας και της εφορίας και άλλα μέλη της «ελίτ», όπως ο καπνοβιομήχανος Α. Σιγάλας – ήταν να εκφράσουν τα βενιζελικά τους αισθήματα εγ­κρίνοντας ένα ψήφισμα ευγνωμοσύνης προς τον Ε. Βενιζέλο[5]:

Η πόλις Ξάνθης τω Μεγάλω Ελευθερωτή της Ελευθερίω Βενιζέλω Ευγνωμονούσα
Διατρανούσι ειλικρινώς τον θαυμασμόν του λαού Ξάνθης και περιχώρων προς τον υπέρον Κυβερνήτην του Έθνους…

Μόνο οι Ξανθιώτες σε σχέση με τους υπόλοιπους Θρακιώτες – η Ξάνθη είχε καταληφθεί περίπου 7 μήνες πριν την επίσημη παραχώρηση όλης της Θράκης στην ελληνική διοίκηση – διέθεταν το χρόνο, για ν’ αναγνωρίσουν τα προβλήματα της πόλης. Τα προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει η νεοσύστατη ελληνική διοίκηση ήταν πολλά, όπως ελλιπής υγειονομική περίθαλψη, εγκατάλειψη αγροτικών εκτάσεων, ανεπάρκεια οδικού δικτύου κλπ. Οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούσαν σημαντικό ζήτημα την ενίσχυση της περιοχής με πρόσφυγες και άλλους ελληνικής καταγωγής κατοίκους, καθώς και τη συνδρομή της ελληνικής κυβέρνησης στην ανάπτυξη της πόλης μέσω των δανείων, των επιχορηγήσεων και της προστασίας των επαγγελματιών από το εισερχόμενο στην περιοχή ξένο κεφάλαιο. Επίσης ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους φαίνεται ότι είχε ο τομέας της εκπαίδευσης, καθώς η απουσία τεχνικής σχολής και γυμνασίου ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη και την πρόοδο όλης της περιοχής της Ξάνθης[6].
Ταυτόχρονα όμως, οι πληροφορίες για την παραχώρηση της Ανατολικής τουλάχιστον Θράκης στους Τούρκους επηρέασαν άμεσα και φόβισαν τους κατοίκους της Ξάνθης, οι οποίοι διοργάνωσαν συλλαλητήριο κατά της παραχώρησης θρακικών εδαφών στην Τουρκία ή και στη Βουλγαρία. Ωστόσο άγνωστες παραμένουν οι αιτίες που οδήγησαν – σύμφωνα με τη μαρτυρία – τους Τούρκους να συμμετάσχουν στο συγκεκριμένο συλλαλητήριο. Πιθανώς, αν ληφθούν υπόψη δημοψηφίσματα κι από άλλες περιοχές της Θράκης[7], όπου διέμεναν κυρίως μουσουλμάνοι, το συμπέρασμα είναι ότι επρόκειτο για μια γενική στάση όλων των Τούρκων Δυτικής και Ανατολικής Θράκης [8]:

Το συγκροτηθέν συλλαλητήριο υπήρξε πάνδημον και μεγαλειώδες. Μετέσχεν όλος ο πληθυσμός, μηδέ των Τούρκων εξαιρουμένων. Μετά τους λόγους των ρητόρων, εγένετο δε­κτό έντονον ψήφισμα. Το ψήφισμα απεστάλη τηλεγραφικώς εις τας Συμμάχους Κυβερνήσεις και εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.

Παρ’ όλες τις παραπάνω φήμες για παραχώρηση της Θράκης, η Ξάνθη μετατρεπόταν σε μία σύγχρονη επαρχιακή πόλη, όπου νέοι θεσμοί, φορείς και οργανώσεις – που απορρέουν από τον αστικό τρόπο ζωής – άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Σε αυτό το πλαίσιο ιδρύθηκαν στην πόλη διάφοροι σύλλογοι και αδελφότητες, όπως η «Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυρίων και Δεσποινίδων Ξάνθης» και η «Λέ­σχη των Δημοσίων Υπαλλήλων Ξάνθης». Οι δραστηριότητες της αδελφότητας ήταν, κυρίως, φιλανθρωπικού περιεχομένου, ενώ η λέσχη είχε μόλις δημιουργηθεί το Μάρτιο του 1922[9].

Ούτω από την ημέραν της λειτουργίας της (ενν. της Φιλοπτώχου Αδελφότητος) διέθεσε δια μεν τας απόρους οικογενείας της πόλεως Ξάνθης πλείονας των 8000 δρχ., δια την φανέλλαν των στρατιωτών μας του Τάγματος προκαλύψεως (τομέως Σαχίνι) 2000 δρχ., με τας οποίας ηγοράσθησαν μάλλινα είδη, κάλτσας, γάντια κλπ., απέστειλεν εις την Α.Μ. την Βασίλισσαν Σοφίαν 1000 δρχ. υπέρ του Ταμείου τραυματιών πολέμου, και ετέρας 1000 δρχ. εις τον Πατριωτικόν Σύνδεσμον δια την φανέλλαν του στρατιώτου.

Και για την ίδρυση της Λέσχης Δημοσίων Υπαλλήλων η εφημερίδα σημειώνει τα εξής[10]:

Την Κυριακήν, 27ην παρελθόντος μηνός Φεβρουαρίου, η νεοσύστατος Λέσχη των Δημοσίων Υπαλλήλων Επαρχίας Ξάνθης, ετέλει ενταύθα τα επίσημα εγκαίνια της ιδρύσεώς της εν τη ιστορική και πολυτελεστάτη αιθούση της Εμπορικής Λέσχης ευγενώς και προφρόνως παραχωρηθείσα υπό του Προέδρου αυτής κ. Χρ. Χρηστίδου, όπως στεγάση προσωρινώς το νεοϊδρυμένον σωματείον.

Ακόμη, η ηρεμία και η ασφάλεια που απέρρεε από την ελληνική διοίκηση, επέτρεπε στους κατοίκους ν’ ασχοληθούν με ζητήματα ψυχαγωγίας και αθλητισμού. Πρωτοπόρος στον τομέα αυτό υπήρξε ο μουσικός και γυμναστικός σύλλογος «Ορφεύς», ο οποίος διοργάνωνε συχνά αθλητικούς αγώνες με ομάδες γειτονικών πόλεων, τους οποίους παρακολουθούσε και η τοπική ελίτ. Συγκεκριμένα στις 5 Ιουνίου 1922 η τοπική κυρίαρχη τάξη – ο δήμαρχος, αξιωματικοί του στρατού, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου κ.ά. – παρακολούθησε ποδοσφαιρικό αγώνα, αναδεικνύοντας τον αγώνα σ’ ένα μείζον πολιτισμικό γεγονός[11]:

Την Κυριακήν είχαμε ποδοσφαιρικούς αγώνας, με ανταγωνίστριας τας ομάδας του «Ορφέως» και «Κανάρη»…Κατά τα διαλείμματα επαιάνιζεν η μουσική της Φρουράς. Τους ποδοσφαιρικούς αγώνας ετίμησαν δια της παρουσίας των ο Στρατηγός μας, Διοικητής της 6ης Μεραρχίας, κ. Δημητρακόπουλος, ο Φρούραρχος και Διοικητής του 21ου Πεζικού Συντάγματος, κ. Αρ. Παπαδάκος, ο Δήμαρχος, κ. Χρ. Μπρωκούμης μετά του Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, κ. Μιχ. Μπασιούδη…

Συχνά όμως η βουλγαρική εξουσία προκαλούσε αναταραχές στη συνοριακή περιοχή βορείως της Ξάνθης πριν την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης. Η πιθανότητα να επιδικαστεί στη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη πριν την τελική οριοθέτηση και η ήττα του ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία ενίσχυαν την αυτοπεποίθηση της βουλγαρικής πλευράς, επιτρέποντας σε τμήματα του βουλγαρικού στρατού να δημιουργήσουν το συγκεκριμένο επεισόδιο – χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα να είχαν συμβεί και περισσότερα – στις παραμεθόριες περιοχές. Αν και δεν έχει ανευρεθεί στις πηγές κάποιο παρόμοιο περιστατικό οι χαρακτηρισμοί «συμμοριακαί δυνάμεις», «συμμορίται»» και «Τουρκοβούλγαροι» επιτρέπουν την υπόθεση ότι άτακτα τμήματα του βουλγαρικού, κυρίως, αλλά και του τουρκικού στρατού εκμεταλλευόμενα τη ρευστή κατάσταση, που είχε δημιουργήσει η ήττα του ελληνικού στρατού σε συνδυασμό με το αναμενόμενο συνέδριο, δοκίμασαν τις δυνάμεις τους απέναντι στον ελληνικό στρατό με τελικό σκοπό την προσάρτιση της Θράκης είτε από τη Βουλγαρία είτε την Τουρκία[12]:

…Ούτω χθες ισχυραί συμμοριακαί δυνάμεις εξεδήλωσαν έντονον δράσιν εις του τομέα βορείως της Ξάνθης…
…Η μάχη διήρκεσεν επί πολλάς ώρας. Αποτελέσματα της μάχης κατά τας μεταμεσονυκτίους αυθεντικάς πληροφορίας μας, υπήρξεν η τελεία συντριβή του εχθρού.
Ο εχθρός αφήκεν επί του πεδίου της μάχης 30 νεκρούς, εις χείρας δε του στρατού μας 60 περίπου αιχμαλώτων. Αι απώλειαι του στρατού μας ανέρχονται εις τραυματίας τινάς.
Οι διασωθέντες Τουρκοβούλγαροι συμμορίται ετράπησαν εις άτακτον φυγήν. Τα ληφθέντα μέτρα υπό του στρατηγείου μας είναι τοιαύτα ώστε πάσα τυχόν μελλοντική απόπειρα του εχθρού να έχη την οικτράν τύχην, ην έσχε και η χθεσινή απόπειρα εις την περιοχήν βορείως της Ξάνθης.
[1] Βλ. Πάλλης, Αλέξανδρος, Γενικαί Στατιστικαί των προσφύγων Μακεδονίας μέχρι τέλους Ιουνίου 1915, Θεσσαλονίκη, [χ.ο.], 1915 και του ιδίου Στατιστική μελέτη περί των φυλετικών μεταναστεύσεων Μακεδονίας και Θράκης κατά την περίοδο 1912-1924, Αθήνα, [χ.ο.], 1925.
[2] Κυριακίδης Στ.Π., Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι, Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν των ωφελίμων βιβλίων, 1919, σσ. 71-72.
[3] Ρωσσίδης Α., Το χρονικό της απελευθέρωσης της Δυτικής Θράκης, Κομοτηνή, Θρακική Επετηρίδα, τχ. 1, 1980, σ. 7.
[4] Κωνσταντινίδης Γ., Έκκλησις των κατοίκων Θράκης προς πάντας τους πεπολιτισμένους λαούς της Γης, Αθήνα, ανάτυπο από το Β΄ τόμο της έκδοσης της Εταιρείας Θρακικών Μελετών, 1979, σ. 283.
[5] Θρακικά Χρονικά, Ψήφισμα Σωματείων Ξάνθης προς τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ξάνθη, τχ. 31, 1974, σ. 24.
[6] Θρακικά Χρονικά, Υπόμνημα Σωματείων Ξάνθης, τχ. 31, Ξάνθη, 1974, σσ. 24-25.
[7] Βλ. Κωνσταντινίδης, ό.π., σ. 285.
[8] Μακεδονία, 26/1/1922.
[9] Μακεδονία, 30/1/1922 και 8/3/1922.
[10] Μακεδονία, 8/3/22.
[11] Μακεδονία, 17/5/1922.
[12] Μακεδονία, 9/11/1922.

Δεν υπάρχουν σχόλια: