Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

ΞΑΝΘΗ 1922-1930

Αποκατάσταση προσφύγων

Πέρα όμως από τα πολιτικά ζητήματα, βασικό μέλημα της Ξάνθης ήταν η αποκατάσταση των προσφύγων, οι οποίοι υπολογίζονται γύρω στους 20000 με 30000 ανθρώπους με αποτέλεσμα περίπου την αύξηση του πληθυσμού στην περιοχή κατά περίπου 40%. Τα προβλήματα που ανέκυψαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή ήταν τεράστια για την Ξάνθη, διότι, ενώ ήταν «μια κατεστραμμένη πόλη, που είχε βγει πρόσφατα από μια ξενική κατοχή και προσπαθούσε ν’ αποκαταστήσει τους δικούς της κατοίκους, που επέστρεφαν στις εστίες τους μετά τη βουλγαρική κατοχή, ήταν υποχρεωμένη να βρει στέγη, δουλειά, χωράφια για ένα προσφυγικό πληθυσμό ισάριθμο με το δικό της»[1].

Στέγαση

Βασικό μέλημα της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και των τοπικών αρχών μετά την εισροή των προσφύγων στην Ξάνθη ήταν η στέγαση και η σίτιση του νέου αυτού πληθυσμού. Εκ μέρους της κυβέρνησης συχνές με τα δεδομένα της εποχής – η κάλυψη της απόστασης Αθήνας-Κομοτηνής με το τρένο απαιτούσε 36 ώρες[2] – ήταν οι επισκέψεις των υπουργών στην περιοχή, οι οποίες είχαν σκοπό τη διευκόλυνση του έργου της αποκατάστασης υπερπηδώντας, κυρίως, τις γραφειοκρατικές διαδικασίες. Ο θεσμός της Γενικής Διοικήσεως Θράκης με τη σειρά του αποτέλεσε το μοναδικό εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους μέχρι τη διενέργεια εκλογών και την ίδρυση της ΕΑΠ, ο οποίος πιθανότατα συνέβαλε τα μέγιστα στην αρχική αποκατάσταση[3]:

Αφίκετο ενταύθα ο υπουργός της Προνοίας κ. Δοξιάδης συνοδευόμενος υπό του Γεν. Διοικητού Θράκης και της ακολουθίας του. Τον υπουργόν υπεδέχθησαν αι αρχαί και ο λαός ενθουσιωδώς. Ο κ. Δοξιάδης ενέκρινε την ίδρυσιν γεωργικού οικοτροφείου και διέταξε την παροχήν κρατικών μέσων δι’ ενίσχυσιν της πρωτοβουλίας των Ξανθέων. Εζήτησε τηλεγραφικώς παρά του υπουργείου Γεωργίας, όπως απαλλοτριωθούν εθνικά τσιφλίκια περιφερείας Ξάνθης.
Ο κ. Υπουργός διέταξε την παροχήν γηπέδου και υλικού εις τους εφέδρους αξιωματικούς δια την ανέγερσιν οικιών, συνέστησε δε εις τον Γενικόν Διοικητήν όπως κατά προτίμησην εις τας δημοσίας υπηρεσίας προσλαμβάνονται οι εκ αυτών επιθυμούντες τούτο και έχοντες τα απαιτούμενα προσόντα. Επίσης διέταξε κατόπιν υποβληθείσης σχετικής παρακλήσεως παρά της ενώσεως των παλαιών πολεμιστών, όπως παρασχεθή οιαδήοποτε ενίσχυσις εις τους απόρους εφέδρους.
Σχετικώς δια την παραχώρησιν των ανεγειρομένων οικιών εις τους πρόσφυγες εκανόνισε, όπως κατά πρώτον δοθούν οικίαι εις τας προσφυγικάς οικογενείας των φονευθέντων εν πολέμω, μετά ταύτα εις οικογενείας των προσφύγων των υπηρετησάντων εν τω στρατώ, κατόπιν εις τας απόρους προσφυγικάς οικογενείας και τελευταίον εις τας εκ τούτων σχετικώς ευπορούσας.

Παράλληλα με την κρατική μηχανή ενεργούσε και η αγγλική Οργάνωση «Προς διάσωσιν του παιδίου». Πληροφορίες για τους τομείς και το βαθμό συνεισφοράς της παραμένουν ακόμα άγνωστες[4]:

Αφίκετο [ενν. στη Θεσσαλονίκη] χθες εξ Αθηνών ο κ. Σαμπ (ή Σάμυ) αντιπρόσωπος της αγγλικής οργανώσεως προς διάσωσιν του παιδίου. Ο κ. Σαμπ αναχωρεί σήμερον δια Ξάνθην, όπου θα διανείμη διάφορα τρόφιμα εις τους εκεί εγκατεστημένους πρόσφυγας.

Οι επισκέψεις των υπουργών και άλλων πολιτικών δεν ήταν δυνατό να δώσουν μόνιμη λύση στο πρόβλημα της προσφυγικής αποκατάστασης. Πολλά υπήρξαν τα παράπονα των προσφύγων για τη λειτουργία των υπηρεσιών, που ήταν αρμόδιες για τη στέγαση και τη σίτισή τους. Στο παρακάτω παράθεμα οι πρόσφυγες κατηγορούν τους υπαλλήλους της περιθάλψεως προσφύγων ότι επέλεγαν τα άτομα, στα οποία θα χορηγούσαν κατοικία και προέβαιναν σε ενέργειες που προκαλούσαν αντιδράσεις από τη μεριά των προσφύγων. Η ανεπάρκεια των πηγών δεν επιτρέπει γενικεύσεις, ωστόσο, είναι φανερό ότι οι ανάγκες των προσφύγων και εν τέλει αυτά που δικαιούνταν, γίνονταν αντικείμενο εκμετάλλευσης τουλάχιστον τους πρώτους μήνες μετά την Ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς[5]:

Ξάνθη 26. – Εις το υπ’ αριθ. 4013 της 11/3/1923 φύλλον της εφημερίδος «Φως» είδομεν να εξυμνήται το έργον των υπαλλήλων της περιθάλψεως προσφύγων και ιδία του κ. Γιαννάκη Κανάτα.
Ο κ. ανταποκριτής του «Φωτός» διερχόμενος τυχαίως ενταύθα δεν ηδύνατο φυσικώ τω λόγω εντός ημέρας ν’ αντιληφθή το επιτελεσθέν έργον των ως άνω υπαλλήλων και να προβή εις εξυμνήσεις. Δέον να γνωρίζουσιν οι αρμόδιοι της περιθάλψεως υπάλληλοι, ως και η Αμερικ. αποστολή, ότι φρικτά παράπονα εγείρομεν εναντίον τόσον κατά του κ. Κανάτα Ιωάννου όσον και κατά του κ. Μουτεβελλή επόπτου των Ορφανοτροφείων και προσφύγων και εκδόσεως δελτίων άρτων αυτών. Ούτω καθ’ εκάστην ημέραν παρουσιαζόμενοι οι δυστυχείς πρόσφυγες εν τω γραφείω του κ. Κανάτα εκ των οποίων πλείστοι γυναίκες χήραι μετά των ανηλίκων τέκνων των εις τας αγκάλας ζητούσαι άλλαι μεν οικήματα προς στέγασιν, άλλαι εργασίαν τινα, αποπέμπονται χυδαιότατα και σατραπικώ τω τρόπω δεν παραλείπει να εξυβρίζη τας δυστυχείς γυναίκας, ως απλούν δε πρότυπον της σατραπικής συμπεριφοράς του παραθέτομεν το εξής επεισόδιον, του οποίου παρόντες έτυχον και τινες των κατηγορουμένων. Γραιά τις παρουσιασθείσα ως άλλαι όπως μεσολαβήση και παραχωρηθή εις αυτήν εργασία τις εις τα Καπνεργοστάσια «δέον να σημειωθεί ότι εις αβράς δίδας κλπ. προθύμως υπέγραφεν σημείωμα» απεπέμφθη η δυστυχής γραιά χυδαιώς υπό του κ. Κανάτα Ιωάννου με τας εξής φράσεις πτύων συγχρόνως αυτήν. «Φτου να σε πάρη ο διάβολος!!! Ζώα, γκρεμνισθήτε απ’ εμπρός μου να ησυχάσω».
Όσον αφορά το ζήτημα της στεγάσεως των προσφύγων, τούτο εκτελείται αυπ’ αυτού του ιδίου και όπως θέλει, δηλ. στεγάζει σαρδελοειδώς και εις τα πλέον βρωμερά οικήματα πάσαν ξένην προς αυτόν δυστυχή οικογένειαν παραχωρών τα καλλίτερα οικήματα εις γνωστούς φίλους του προς διασκέδασιν.
Εν τη παρούση δέον ν’ αναφέρωμεν και περί της δράσεως του κ. Μουτεβελλή, επόπτου των Ορφανοτροφείων και προσφύγων Ξάνθης, ούτος, ως μας διαβεβαιοί ο κ. Νικόλ. Χρυσανθακόπουλος υπάλληλος του ειρηνοδικείου Ξάνθης κατόρθωσε να εκδοθή δελτίον άρτου υπ’ αριθ. 254 επ’ ονόματι Γεωργίου Αντωνιάδου πρόσφυγος ανυπάρκτου ενταύθα. Το δελτίον εκδοθέν δι’ έξ άτομα ελάμβανεν οκάδ. Άρτου 9 εις εκάστην διανομήν. Μη αρκούμενος δε εις την εκμετάλλευσιν τούτου, μετέβη εις το αρτοποιείον παρασκευής προσφυγικού άρτου την 8ην Μαρτίου και προσποιούμενος επιθεώρησίν του εναπέθεσεν τεμάχιον χάρτου επί μιας οκ. Άρτου, διατάσσων συγχρόνως τον αρτοποιόν, όπως αποστείλη τούτο εις την οικίαν του ως δείγμα.
Τα ανωτέρω επεισόδια αντιπροσωπεύουσι το χιλιοστών εξ όσων διεπράχθησαν και διαπράττοντα εις βάρος των ατυχών προσφύγων Ξάνθης.
Παρακαλούμεν δε υμάς αγαπητή «Μακεδονία» δημοσιεύσατε πάντα ταύτα και εγείρετε φωνήν μεγάλην προς ταχυτέραν βελτίωσιν της καταστάσεώς μας. (Έπονται 60 υπογραφαί)

Αυτά πιθανώς τα παράπονα ώθησαν το κράτος ώστε να θεωρήσει επιβεβλημένη τη συγκρότηση εποικιστικών υπηρεσιών και τη διάρθρωσή τους κα­τά το σχήμα του εποικισμού στη Μακεδονία. Έτσι, στη Διεύθυνση Εποικι­σμού Δυτικής Θράκης (έδρα Κομοτηνή) υπάγονταν τα παρακάτω εποικιστι­κά γραφεία: Κομοτηνής, Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Διδυμοτείχου, Ξάνθης, και τα γραφεία Δράμας, Καβάλας μέχρι το 1928 [6].
Καθώς από την πρώτη στιγμή διαπιστώθηκε ότι τα υπάρχοντα κτίρια ήταν ανεπαρκή για την κάλυψη των αναγκών, προσπάθησαν οι τοπικές αρχές – πάντοτε με τη συνδρομή της Ε.Α.Π. – να επισπεύσουν τις διαδικασίες ανέγερσης συνοικισμών για τους πρόσφυγες.
Η Ε.Α.Π. εκπόνησε μεγάλα κατασκευαστικά προγράμματα στην Κομοτηνή, στην Ξάνθη και στο Βόλο. Στις δύο πόλεις της Θράκης η κατασκευή συνοικισμών ήταν απαραίτητη, γιατί τα οικήματα των μουσουλμάνων έπρεπε να επιστραφούν στους κατόχους τους. Έτσι δημιουργήθηκαν περίπου στις δύο πόλεις 4000 σπίτια. Η κατασκευή σπιτιών στην Ξάνθη ξεκίνησε αμέσως με την εισροή των προσφύγων και ο αριθμός τους έφτασε τα 1862. Σύμφωνα με τον αριθμό αυτό η Ξάνθη είναι ανάμεσα στις τέσσερις πόλεις με τα περισσότερα κατασκευασμένα από την Ε.Α.Π. σπίτια[7].
Επί του παρόντος δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για ποια τμήματα της νέας πόλης της Ξάνθης απαίτησε η ΕΑΠ να κατασκευασθούν. Σύμφωνα με τα πρώτα (1938) τοπογραφικά σχέδια καταδεικνύεται ότι η πόλη προεκτάθηκε προς τα νότια και νοτιοδυτικά, όπου και το επέτρεπαν οι συνθήκες. Λόγου χάρη ήταν δύσκολη η εγκατάσταση προς τα νοτιοανατολικά, διότι μεγάλες εκτάσεις καλύπτονταν ήδη από τις καπναποθήκες και κατά δεύτερον ο ποταμός Κόσυνθος εμπόδιζε την επέκταση του σχεδίου πόλεως. Αυτό αποδεικνύεται έμμεσα από την απουσία τετραγωνισμένων γειτονιών και πανομοιότυπων κατοικιών στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης σε αντίθεση με το νοτιοδυτικό, όπου τα οικοδομικά τετράγωνα ήταν σχεδόν τα ίδια, όπως το αυτό συνέβαινε και με τις κατοικίες. Ωστόσο, η τετραγωνισμένη επέκταση από τη μια πλευρά και η μάλλον άναρχη από την άλλη δεν επιτρέπει το συσχετισμό ότι για την πρώτη τα σχέδια εγκρίθηκαν από την ΕΑΠ και για τη δεύτερη από τις ελληνικές υπηρεσίες πριν από την ίδρυση της ΕΑΠ.
Οι εκτάσεις, που είχαν παραχωρηθεί στην Ε.Α.Π. για τη στέγαση, αποτελούσαν μέρος της συνολικής έκτασης, που διέθετε η επιτροπή για την αποκατάσταση των προσφύγων. Συγκεκριμένα προέρχονταν από:
Α) Τις περιουσίες των Βουλγάρων, που εγκατέλειψαν τη χώρα σύμφωνα με τη συνθήκη του Νεϊγύ[8],
Β) Το πλεόνασμα κοινοτικών γαιών,
Γ) Τους Μουσουλμάνους, που είχαν οικειοθελώς εγκαταλείψει την περιοχή κατά τη διάρκεια των πολέμων,
Δ) Τη διανομή των τσιφλικιών σε μικροκαλλιεργητές[9].
Πριν όμως ακόμη αποφασιστεί η δημιουργία της Ε.Α.Π., ο δήμαρχος της Ξάνθης, Χρήστος Μπρωκούμης, τον Ιούλιο του 1923 έθεσε σε διαγωνισμό την εκπόνηση τοπογραφικού και ρυμοτομικού σχεδίου για μια έκταση 4000 περίπου στρεμμάτων γύρω από την παλαιά πόλη της Ξάνθης. Στο διαγωνισμό έγιναν δεκτοί μόνο Έλληνες τοπογράφοι ή πολιτικοί μηχανικοί, οι οποίοι κατέθεσαν όλα τα απαραίτητα αποδεικτικά των γνώσεών τους έγγραφα, καθώς και εγγύηση 5000 δραχμών στο δημοτικό ταμείο[10].
Τον Ιούλιο του 1924 η Ε.Α.Π. ανέθεσε σ’ εργολάβους την κατασκευή προσφυγικού συνοικισμού στην Ξάνθη, όπως και στην Κομοτηνή, την Αλεξανδρούπολη και το Διδυμότειχο. Στόχος ήταν η κατασκευή 1400 συνολικά κατοικιών, ενώ τα χρήματα που διέθεσε έφταναν τα 50 εκατομμύρια δραχμές. Για την Ξάνθη ορίστηκε εργολάβος ο Ι. Καραγιαννούλης με την υποχρέωση να κατασκευάσει περίπου τριακόσιες (300) κατοικίες. Για την ποιότητα της κατασκευής οι επιθεωρητές της Ε.Α.Π., όπως και ο τότε αντιπρόεδρός της, Κάμπελ, αναφέρθηκαν με θετικά λόγια.
Η ανέγερση του συνοικισμού αυτού θεωρήθηκε απαραίτητη, καθώς η συγκέντρωση πολλών καπνεργατών και καπνοπαραγωγών στις αποθήκες της Ξάνθης είχε προκαλέσει τεράστια προβλήματα τόσο για τις συνθήκες διαβίωσης όσο και για το προϊόν του καπνού. Βεβαίως, η ανέγερση του συγκεκριμένου συνοικισμού δεν ήταν δυνατό να επιλύσει το πρόβλημα της στέγασης και γι’ αυτόν το λόγο η Ε.Α.Π. είχε σκοπό να εκπονήσει καινούρια σχέδια[11].
Ωστόσο, τα σχέδια που εκπονήθηκαν και τα επόμενα έτη, φάνηκε ότι δεν ικανοποιούσαν όλους τους πρόσφυγες. Πολλοί απ’ αυτούς επιθυμούσαν σπίτια που κόστιζαν παραπάνω από τις 100 λίρες Αγγλίας, που μπορούσε να διαθέσει η Επιτροπή για κάθε σπίτι. Έτσι η Επιτροπή εκπόνησε πλάνα για την κατασκευή ακριβότερων σπιτιών, με την προϋπόθεση ότι το επιπλέον κόστος θα επιβάρυνε τους ίδιους τους πρόσφυγες. Με αυτό τον τρόπο τα σπίτια που κατασκευάστηκαν αργότερα διέφεραν αισθητά από τον βασικό τύπο, δηλαδή των σπιτιών με ένα καθιστικό και κουζίνα. Μερικά από τα σπίτια, που χτίστηκαν στα τελευταία χρόνια λειτουργίας της Ε.Α.Π., είχαν δύο ορόφους, διέθεταν 5 ή 6 δωμάτια και όλες τις ευκολίες, των οποίων το κόστος κάλυπταν οι πρόσφυγες. Στην Ξάνθη τα σπίτια που χτίστηκαν στις νέες προσφυγικές περιοχές διέφεραν αισθητά απ’ αυτά των παλιών μουσουλμανικών ή ακόμα και των ελληνικών συνοικιών. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια πολιτική διατήρησης των κοινωνικών δομών, που προϋπήρχαν στις πατρίδες των προσφύγων. Παρ’ όλ’ αυτά δεν υπάρχουν πληροφορίες που θα διευκόλυναν το συσχετισμό μιας περιοχής με την οικονομική δύναμη κάθε πρόσφυγα[12].
Εξαιτίας όμως της επείγουσας κατάστασης αλλά και των επιθυμιών των προσφύγων η Ε.Α.Π. υιοθέτησε και το μέτρο της παροχής στους πρόσφυγες άδειας ιδιωτικής κατασκευής σπιτιών, ενώ η επιτροπή θα βοηθούσε σε χρήματα και υλικά. Αποτέλεσμα και της πρακτικής αυτής ήταν ότι τα σπίτια δε διέθεταν την ομοιομορφία των υπόλοιπων προσφυγικών συνοικισμών[13].
Στον τομέα της στέγασης και γενικότερα της αποκατάστασης των προσφύγων συνέβαλε και η τοπική άρχουσα τάξη με κύριο όργανό της την Εφοροδημογεροντία (εφορία των σχολείων και δημογεροντία) ως το φθινόπωρο του 1926. Η Εφοροδημογεροντία, ενώ είχε ως κύριο μέλημά της τα εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά ζητήματα, ασχολήθηκε σε πολλές συνεδριάσεις της με τη λειτουργία και την οργάνωση του Ορφανοτροφείου προσφυγοπαίδων και την παρασκευή συσσιτίου για τα παιδιά αυτά[14].
Σε γενικές γραμμές οι προσφυγικές κατοικίες – τόσο όσον αφορά στην ποιότητα κατασκευής όσο και στις συνθήκες διαβίωσης – τοποθετούνται σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο απ’ αυτό των μουσουλμάνων. Στην ύπαιθρο, όπου και εφαρμόστηκε κατά κόρο το μέτρο της ιδιωτικής κατασκευής, η κατάσταση δε διέφερε. Παντού χαρακτηρίζονται ως «νοικοκυρόσπιτα»[15], ενώ ιδιαίτερη μεταχείριση φαίνεται ότι είχαν οι πρόσφυγες από την περιφέρεια του Αϊδινίου, στους οποίους δόθηκαν περισσότερα έτοιμα κτίρια απ’ ό,τι στους υπόλοιπους πρόσφυγες στην κοινότητα της Χρύσας.


[1] Ιωαννίδης, Το στίγμα…, ό.π., σ. 39.
[2] Δελιβάνη Ι.Δ., Η οικονομία της Δυτικής Θράκης από το 1920, Κομοτηνή, Θρακική Επετηρίδα, τχ. 1, 1980, σ. 40.
[3] Ελεύθερο Βήμα, 9/9/23.
[4] Μακεδονία, 27/1/24.
[5] Μακεδονία, 1/4/23.
[6] Πελαγίδης Στάθης, Προβλήματα προσφυγικής αποκατάστασης στη Δυτική Θράκη (1923-1930), Θεσσαλονίκη, Θρακική Ηχώ, Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης, 1992, σ. 86.
[7] Eddy, ό.π., σσ. 123-124.
[8] Βλ. για στοιχεία βουλγαρικού πληθυσμού που διέμενε στη Δυτική Θράκη πριν το 1919 Πάλλης Α.Α., Η ανταλλαγή των πληθυσμών (από άποψη νομική και ιστορική και η σημασία της για τη διεθνή θέση της Ελλάδος), Αθήνα, εκδ. Βάρτσου, 1933, σ. 21 όπου και αναφέρεται ότι Βούλγαροι και Τούρκοι συμποσούνταν το 1915 σε 123000 ανθρώπους, δηλαδή περίπου οι Βούλγαροι ήταν 20000 με 30000.
[9] Eddy, ό.π., σσ. 148-149.
[10] Ελεύθερο Βήμα, 1/7/1923.
[11] Κόκκινος Δ., Η αστική εγκατάστασις, Αθήνα, Πανελλήνιο και Μικρασιατικό Ημερολόγιον, τ. 1, 1926, σσ. 196-200.
[12] Eddy, ό.π., σ. 125. Επίσης βλ. Γκιζέλη Β. Γ., Η κοινωνική ένταξη των αστών προσφύγων στην πόλη, Αθήνα, Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τμ. 9, 1992, σ. 71.
[13] Eddy, ό.π., σ. 149.
[14] Ιωαννίδης Στ., Τα σχολεία και το προσφυγικό…, ό.π., σ. 64.
[15] Αλτσιτζόγλου, ό.π., σ. 57.

Δεν υπάρχουν σχόλια: